Tuesday, February 10, 2009

95
Το πλεονέκτημα των αγγέλων

στον Monody
Πεθύμησες μου λες να ξαναντυθείς
τα μάτια μου – γι’ αυτό σου γράφω.
Οι αποστάσεις δεν υπάρχουν, είναι μονάχα ορμή˙
σε στέλνει η επιτάχυνση στην καρδιά της ερήμου
εσύ ζητάς νερό κι αυτή σε εφοδιάζει με πλαστό
διαβατήριο πως τάχα πας εκεί για άσκηση
ανώφελη γυμναστική προβλέψεων
– εμείς απλώς υποδιαστολή του χάους.

Με βλέπω πάλι μες στη σκέψη σου
σαν μισοτελειωμένη ιχνογραφία
θυμάσαι μόνο πόλεμο
κι όλο ξεχνάς
πού άφησες τα χρώματά σου
– απ’ τον καθένα εσύ καλύτερα γνωρίζεις
το βαρετό και φλύαρο, μοναχικό σκοτάδι.

Σκάνε τζιτζίκια σαν πυροτεχνήματα
στην οργιαστική γιορτή του θέρους
βάζει τα δυνατά του να σε κάνει να πιστέψεις
πως τάχα διαρκεί για πάντα
– το Τίποτα και το Ποτέ εξόριστα
πέρα απ’ τις ενοχές των βράχων
που ξεπλένει θάλασσα μετά-νοια
που, δηλαδή, όλο αλλάζει γνώμη
όπως σ’ εκείνες τις ιλιγγιώδεις αποστάσεις
που διανύεις μόνος ανάμεσα
κρεβατοκάμαρα και τύψη το χειμώνα
στα σύνορα με τον γελοίο υπαινιγμό
περί ακίνητης αιωνιότητας.

Βλέπεις τώρα τα χέρια σου γεμάτα
από χάδια αξόδευτα
να γίνονται μικρού παιδιού
που έπιασε αχινό για να μαντέψει άθελά του
τη συννεφένια υφή του μέλλοντός του.

Μα ο καιρός φυσάει τη ζωή μας
σαν να ’ναι χάρτινη
- ε, τα ποιήματα
που τόσο αίμα κουβαλούν
της δίνουν κάποιο βάρος.