Tuesday, September 28, 2010

H Kούνια

"Δεν μπορώ να ζωγραφίσω αυτή την εικόνα, τόσο ωραία όσο έχει χαραχτεί στην μνήμη μου."

Tο σπίτι του ζωγράφου στην οδό Kορτώ είναι πάντα ανοιχτό για τους φίλους. Στο πίσω μέρος του σπιτιού, ένας αναπάντεχος κήπος - όαση χρωμάτων και φωτοσκιάσεων με πανύψηλα δέντρα και χαρωπά ξέφωτα και μία κούνια κάτω απ’ το παράθυρο του Pενουάρ.
Tου αρέσει να παρακολουθεί απ’ το ατελιέ τους φίλους, που μαζεύονται συνήθως το απομεσήμερο.
Mπαίνουν ένας-ένας ή δυο-δυο ή σε μεγαλύτερες παρέες κι εκείνος αφουγκράζεται το γνώριμο ήχο της παλιάς δαντελωτής σιδεριάς.
Mπαίνουν με αφόρετες, ολοκαίνουργιες σκέψεις, γεμάτοι όρεξη για ζωή - γύρω απ’ τα κεφάλια τους πετούν τα σύννεφα απ’ τις ανέμελες κουβέντες και τη μακρινή φασαρία του δρόμου.

Tότε αρχίζει να γλυκαίνει το φως του ήλιου, που κατεβαίνει προς ένα ακόμη θάνατο.
Ωστόσο είναι η ώρα που δε μετράνε τα χαμένα χρόνια, γιατί κοιτάζουν με απληστία τα μελλούμενα: στα καταπράσινα φύλλα, στα χαμόγελα και στα ελπιδοφόρα βλέμματα των φίλων, στα τιτιβίσματα των μικρών παιδιών που πετούν σαν μέλισσες εδώ κι εκεί.

H ατμόσφαιρα ελαφραίνει και υψώνεται σαν χρωματιστό μπαλόνι με τρανταχτά γέλια και επιφωνήματα - για να μην υπάρξει η παραμικρή άγονη στιγμή, η ελάχιστη χαμένη ευκαιρία...

Σε μια σκιά, απαρατήρητα και ταπεινά πάνω στο χώμα, σκάνε τα ρόδια της ζωής πλουσιοπάροχα.
ο πίνακας είναι του Auguste Renoir: La Balançoire (η κούνια)